ἔκγονος

ἔκγονος, ον (η, ον E.Hel.1647 codd., Milet.7.71 ([place name] Didyma), IGRom. 4.912 ([place name] Cibyra)), [dialect] Dor., Arc. etc. ἔσγονος, Schwyzer191.32 ([place name] Crete), SIG306.53 (Tegea, iv B.C.), etc. :—
A born of, sprung from, esp. Subst., child, whether son or daughter, Il.5.813, Od.11.236, Hdt.1.35, etc. ;

ὁ Διὸς ἔ. E.HF876

(anap.) : pl.,

ἔκγονοι

descendants,

Hdt.2.167

, 4.179, E.Hipp.450, etc. ;

ἐκγόνων ἔκγονοι

children's children,

Pl.Criti. 112c

: metaph.,

τῆς χώρας ἔκγονοι Id.Mx.239d

;

ἀδικία ἔ. ὕβρεως Id.Lg.691c

; δειλίας ἔ. ἀργία ib.901e ; also of interest as the child of the principal, Id.R.555e, cf. 507a.
b grandchild, Milet.l.c., SIG900.5, etc.
2 neut., ἔκγονά τινος one's offspring, A.Pr.137 (lyr.) ;

ἔ. κλυτᾶς χθονός S.OT171

(lyr.) ; [ποιηταὶ]

ἔ. ἑαυτῶν καταλείπουσιν Pl. Smp.209d

;

τὰ [ζωγραφίας] ἔ. Id.Phdr.275d

; cf. ἔγγονος.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἔκγονος — born of masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έκγονος — ο (AM ἔκγονος, ον και ἔκγονος, η, ον) 1. απόγονος 2. ο εγγονός αρχ. 1. ως ουσ. τέκνο, παιδί κάποιου, γιος ή κόρη («Τυδέος ἔκγονός ἐσσι») 2. φρ. α) «ἔκγονοι ἐκγόνων» παιδιά τών παιδιών, εγγόνια β) αυτός που προέρχεται, προκαλείται από κάπου… …   Dictionary of Greek

  • ἐκγόνω — ἔκγονος born of masc/fem/neut nom/voc/acc dual ἔκγονος born of masc/fem/neut gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔκγονον — ἔκγονος born of masc/fem acc sg ἔκγονος born of neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκγόνοις — ἔκγονος born of masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκγόνοισι — ἔκγονος born of masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκγόνοισιν — ἔκγονος born of masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκγόνου — ἔκγονος born of masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκγόνους — ἔκγονος born of masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκγόνων — ἔκγονος born of masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκγόνῳ — ἔκγονος born of masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.